Αφιέρωμα στον εμβληματικό γερμανό προπονητή Οτμαρ Χίτσφελντ,απο τον Πάνο Εξίογλου. G)OTTMAR HITZFELD: Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΩΝ ΠΑΓΚΩΝ Γεννημένος στις 12 Ιανουαρίου του 1949 στο Lorrach, στα σύνορα της Γερμανίας με την Ελβετία, ο Ottmar Hitzfeld ήταν ο νεαρότερος από τα πέντε αδέλφια της οικογενείας.

Ο πατέρας τους ήταν οδοντίατρος και έδωσε το όνομα στον μικρότερο γιο του εμπνευσμένος από τον φορ της Kaiserslautern και μέλος της Nationalmannschaft του 1954 που πραγματοποίησε το «Θαύμα της Βέρνης, Ottmar Walter (αδελφό του θρυλικού Fritz Walter).

Με τέτοιο όνομα, ήταν αδύνατον για τον Ottmar Hitzfeld να μην ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο και έτσι ξεκίνησε τα πρώτα του το ποδοσφαιρικά βήματα το 1960 στην ερασιτεχνική Stetten για να μεταπηδήσει το 1967 στην SV Lorrach.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, έκανε το μεγάλο βήμα παίρνοντας μεταγραφή στην ελβετική Βασιλεία. Επέστρεψε το 1975 στην Γερμανία για χάρη της Στουτγκάρδης, όμως μετά από τρία χρόνια παραμονής εκεί, επέστρεψε στην Ελβετία και την Lugano.

H καριέρα του ως ποδοσφαιριστή τελείωσε το 1983 στην ελβετική Λουκέρνη. Τα στατιστικά της καριέρας του δεν ήταν αδιάφορα (στους δύο μεγαλύτερους σταθμούς του, στην Βασιλεία είχε πετύχει 66 γκολ σε 92 συμμετοχές και στην Στουτγκάρδη 38 γκολ σε 77 συμμετοχές), αλλά σίγουρα ποτέ του δεν θεωρήθηκε μεγάλο ταλέντο και γι αυτό και δεν συμμετείχε ποτέ στις πρώτες ομάδες της Εθνικής Γερμανίας.

Ίσως να έφταιγε γι αυτό το ότι παράλληλα με την ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία, συνέχιζε τις σπουδές του στα μαθηματικά και στις αθλητικές σπουδές. Με την απόσυρσή του από τα γήπεδα, είχε πια μία στρωμένη ακαδημαϊκή καριέρα, αλλά το μικρόβιο του ποδοσφαίρου δεν είναι ποτέ δυνατόν να σβήσει.

Ο Hitzfeld εγκατέλειψε των χώρο των γραμμάτων κίνηση που, όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος, διέκοψε κάθε επικοινωνία με τον πατέρα του για κάποια χρόνια- και επανήλθε στο ποδόσφαιρο ως προπονητής. Ξεκινώντας από την άσημη, ελβετική Zug, αναρριχήθηκε στο ελβετικό ποδόσφαιρο, περνώντας από Aarau και Grasshopers.

Με τρία κύπελλα, δύο πρωταθλήματα και ένα σούπερ καπ στο παλμαρέ του, το 1991 ήταν πλέον έτοιμος για το μεγάλο άλμα: την Borussia Dortmund. Κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και δύο σούπερ καπ, και έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου UEFA 1992-1993, όπου η Dortmund σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους από την Juventus του Trapattoni με 3 γκολ μέσα και 3 γκολ έξω (διπλοί τελικοί τότε).

Ο αστικός μύθος λέει ότι ο Hitzfeld ζήτησε δανεικό για λίγες μέρες το τρόπαιο από την διοίκηση της ιταλικής ομάδας για να το δείξει στους παίκτες του και να τους πει «να τι χάσατε και τι έχουν οι άλλοι».

Όταν η Dortmund ξαναπέτυχε την Juventus στον τελικό του Champions League της σεζόν 1996-1997, οι «κίτρινοι» της κοιλάδας του Ρουρ πήραν το αίμα τους πίσω νικώντας με 3-1 και κατακτώντας το τρόπαιο. Την 1η Ιουλίου 1998 αναλαμβάνει την Bayern και το πέρασμά του από τους Βαυαρούς αποδεικνύει πως οι επιτυχίες του μόνο τυχαίες δεν ήταν.

Κατακτά τέσσερα πρωταθλήματα, δύο κύπελλα και τρία League Cup και φτάνει στον αξέχαστο τελικό του Champinons League 1999 στην Βαρκελώνη κόντρα στην United του Ferguson. Η ήττα με δύο γκολ στις καθυστερήσεις του αγώνα, στιγμάτισε τον ίδιο και όλη την ομάδα, όπως ομολόγησε, και πήρε στην ομάδα αρκετό χρόνο να ανασυνταχθεί.

Δύο χρόνια αργότερα όμως, στις 23 Μαΐου 2001, ήταν πλέον η σειρά του. Έχοντας πετάξει ήδη έξω την United και την Real, η Bayern του Hitzfeld φτάνει στον τελικό του San Siro κόντρα στην Valencia του Hector Raul Cuper και στον τελικό που ίσως χτυπήθηκαν τα περισσότερα πέναλτι από ποτέ (3 στην κανονική διάρκεια και 17 στην διαδικασία των πέναλτι) κατακτά το τρόπαιο.

Έγινε τότε ο δεύτερος μόλις προπονητής μετά τον Ernst Happel που κατακτούσε το τρόπαιο με δύο διαφορετικές ομάδες. Η ανανέωση που επιχειρήθηκε στην Bayern από την επόμενη σεζόν, 2002-2003, δεν του πήγε ποτέ.

Με ένα μείγμα ανερχόμενων παικτών (Ballack, Deisler, Ze Roberto, Pizarro), παικτών αμφιβόλου ποιότητος (Thiam) και παικτών καλών μεν, αλλά με όχι πολύ υψηλό ταβάνι (Niko και Robert Kovac), η Bayern αποκλείεται νωρίς-νωρίς, από την φάση των ομίλων του Ch.

League την σεζόν 2002-2003. Παρά την αντίδραση ορισμένων παικτών, όπως του Oliver Kahn που δήλωνε ευθαρσώς «κάτω τα χέρια από τον Hitzfeld», o Ottmar Hitzfeld θα αντικατασταθεί από τον Felix Magath για την σεζόν 2003-2004.

Η Γερμανική Ομοσπονδία τον παρακαλά σχεδόν να αναλάβει την τότε παραπαίουσα Nationalmannschaft, αλλά ο Hitzfeld αρνείται. Επικαλείται την ανάγκη του για διακοπές και τα προβλήματα με το στομάχι του (έλκος) που θα επιδεινωθούν από το άγχος του πάγκου.

Στα μέσα της σεζόν 2006-2007, ωστόσο, επιστρέφει στον πάγκο της αγαπημένης του Bayern για 1,5 χρόνο και κατακτά άλλο ένα πρωτάθλημα, κύπελλο και League Cup, και φτάνει μέχρι τα ημιτελικά του UEFA, χάνοντας από την τότε πυραυλοκίνητη Zenit.

Το αντίο του στην Bayern τον Μάιο του 2008 οποίο συνέπεσε και με το αντίο του Oliver Kahn- είναι σπαρακτικό και ο Hitzfeld, μη μπορώντας να κρατήσει την συγκίνησή του, ξεσπά σε κλάματα, καθώς δέχεται την ανθοδέσμη από την διοίκηση της Bayern και το ένθερμο χειροκρότημα του κοινού.

Τελευταίος του προορισμός ήταν η Εθνική Ελβετίας, την οποία οδήγησε μέχρι την 6η θέση της παγκόσμιας κατάταξης της FIFA και στα τελικά δύο Παγκοσμίων Κυπέλλων, το 2010 και 2014. Εγκατέλειψε οριστικά τους πάγκους την 1η Ιουλίου του 2014, κι αφού νωρίτερα η Ελβετία του είχε δυσκολέψει απερίγραπτα την φιναλίστ Αργεντινή μέχρι να χάσει στην παράταση στους 16 του Mundial.

Θεωρείται μέχρι και σήμερα ένας από τους μεγαλύτερος Γερμανούς προπονητές και τα κατορθώματά του στους πάγκους του εξασφάλισαν το παρατσούκλι Gottmar (από το γερμανικό «Gott», δηλ. Θεός) και «General» δηλ.

«Στρατηγός», μαζί με την αγάπη και την εκτίμηση της πλειονότητας των Γερμανών οπαδών..
Πηγή: Dieci 2020-03-24T19:22:23+02:00